Το πεντάλεπτο που άλλαξε την καριέρα του πιο διάσημου «ψηλού» του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ο "φουκαράς" που τον μούτζωναν, άρχισε να σκοράρει σε ένα ματς με τον Άρη...

Ο «ψηλός» του ελληνικού ποδοσφαίρου, ο Αντώνης Αντωνιάδης, δικαίως έχει περάσει στην ιστορία ως ένας από τους κορυφαίους σκόρερ όλων των εποχών.

ADVERTISING

Τα επιτεύγματά του απίστευτα, αφού αναδείχθηκε πέντε φορές πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος της α’ εθνικής (1970, 1972, 1973, 1974, 1975) και μάλιστα τα 39 του γκολ τη περίοδο 1971-72 παραμένει ακόμα και σήμερα – και για πολλά χρόνια ακόμα - ρεκόρ ακατάρριπτο.

Το 1971, στην επική πορεία του Παναθηναϊκού προς το Γουέμπλεϊ, είχε σημειώσει 10 από τα 16 γκολ του φιναλίστ του τελικού του πρωταθλητριών και είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης.

Το 1972 πήρε το ασημένιο παπούτσι, ως δεύτερος σκόρερ της Ευρώπης με τα 39 γκολ, μόλις ένα πίσω από τον εξίσου κορυφαίο γκολτζή Γκέρντ Μίλερ.

ADVERTISING

Και όμως όλα τα παραπάνω δεν θα είχαν γίνει ποτέ, εάν δεν άλλαζε – ο ίδιος ο παίκτης – την ιστορία και την ίδια του την καριέρα μέσα σε πέντε λεπτά πετυχαίνοντας δύο γκολ στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος 1969-70 αντιστρέφοντας το εις βάρος του κλίμα !

«Πράγματι ήμουν έτοιμος να φύγω και να ζητήσω στρατιωτική μετάθεση για το χωριό μου στην Ξάνθη. Τελικά πείσμωσα, άρπαξα την ευκαιρία και σε ένα παιχνίδι μέσα σε λίγα λεπτά άλλαξα όλη μου την καριέρα και την ζωή μου. Ήταν όμως κάτι που με στιγμάτισε, όλο αυτό και κανείς δεν γνωρίζει πως ένοιωθα και τι είχα περάσει» λέει στο sport24.gr ο εκ των κορυφαίων επιθετικών όλων των εποχών για την περιπέτειά του.

Τέτοιες μέρες ήταν 21 Σεπτεμβρίου του 1969, όπου ο Αντώνης Αντωνιάδης επιλέχθηκε τελικά από τον προπονητή του Λάκη Πετρόπουλο να αγωνιστεί στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος κόντρα στον Άρη στη Λεωφόρο όπου άλλαξε τη μοίρα και την καριέρα του, καθώς και την ιστορία του Παναθηναϊκού που θα ήταν αλλιώς γραμμένη ενδεχομένως χωρίς έναν από τους πολυτιμότερους παίκτες του.

Ο κόσμος έπνεε τα μένεα εις βάρος του για τις απογοητευτικές εμφανίσεις την περασμένη χρονιά και όλοι τον περίμεναν με το πιστόλι στον κρόταφο. Όταν έχασε μια κλασσική ευκαιρία στο 35’ το γήπεδο γέμισε…μούτζες.

«Ήταν απίστευτο. Να βλέπεις 23.000 ζευγάρια χέρια να μουντζώνουν έναν άνθρωπο. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ναι είχα χάσει εκπληκτική ευκαιρία, γιατί το δεξί μου πόδι είχε πατήσει σε λακκούβα, είχα χάσει την ισορροπία μου και έχασα σίγουρο γκολ.

Δύο λεπτά αργότερα, πήρα το ριμπάουντ από ένα σουτ στο δοκάρι, και έστειλα την ομάδα στο γάμα με ασύλληπτο βολέ. Ήταν το 1-0 και στο γήπεδο είτε το πιστεύετε είτε όχι επικράτησε σαστιμάρα και βουβαμάρα. Απλά τα χέρια που μούντζωναν κατέβηκαν» θυμάται ο «Ψηλός» που λίγο αργότερα έκανε κάποιους να πανηγυρίσουν.

«Στο 42’ πρόλαβα τον Νίκο Χρηστίδη σε μια σέντρα, έκανα κοντρόλ με το στήθος και πέτυχα το 2-0. Γύρω στα 500-1000 άτομα φώναξαν διστακτικά γκολ και κάποιοι είχαν αρχίσει να χειροκροτούν. Στα αποδυτήρια στο ημίχρονο όλοι μου έδιναν συγχαρητήρια και το κλίμα είχε αντιστραφεί. Ο Πετρόπουλος αν δεν είχα σκοράρει, λόγω της αντίδρασης του κόσμου θα με είχε αποσύρει στο ημίχρονο. Εκεί άλλαξε όλη η καριέρα μου, από το 37’ μέχρι το 42’ του αγώνα με τον Άρη» θυμάται ο Αντώνης Αντωνιάδης.

Το κλίμα ήταν πάρα πολύ βαρύ γι΄αυτόν, καθώς την πρώτη του χρονιά (1968-69) είχε μείνει μόλις στα πέντε γκολ. Έχοντας πάθει οξεία σκωληκοειδίτιδα το καλοκαίρι, υποβλήθηκε σε επέμβαση και αυτόματα έχασε την προετοιμασία μένοντας πολύ πίσω. Δεν μπόρεσε να καλύψει το έδαφος.

Inline Image Είχε έρθει ως δεινός σκόρερ της Β΄ εθνικής (συνεχόμενα έβγαινε πρώτος στο Βόρειο όμιλο με την Ασπίδα Ξάνθης) με τον Παναθηναϊκό να τον «αρπάζει» μέσα από τα χέρια των Τρικάλων με στρατιωτική μεταγραφή.

Μια τροποποίηση στην εγκύκλιο των μεταγραφών, έδινε το δικαίωμα για ελεύθερες μεταγραφές κατά τη διάρκεια της στράτευσης. Θυμίζουμε ότι ήταν η περίοδος στρατιωτικής δικτατορίας, αλλά ο Αντωνιάδης υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στα Τρίκαλα και για αυτό οι νεοφώτιστοι ήταν αισιόδοξοι, αλλά οι «πράσινοι» είχαν άλλες άκρες στο στρατό και πέτυχαν την μετάθεσή του στην Αθήνα.

Ο Λάκης Πετρόπουλος τον έστειλε το καλοκαίρι του 1969 για μπαλέτο (!) και στίβο για να βελτιώσει τις κινήσεις του και κυρίως την εκρηκτικότητά του, ενώ οι τίτλοι των αθλητικών εφημερίδων και κυρίως της «Αθλητικής Ηχούς» είχαν παίξει το δικό τους ρόλο στον κόσμο.

«Ήρθε ο γίγας», «Θα σαρώσει», «Υπόσχεται γκολ» μερικοί από τους τίτλους των εφημερίδων δημιούργησαν μεγάλες προσδοκίες στον κόσμο που δεν τις δικαίωσε ο «ψηλός» με το…καλημέρα.

Πάλι για προπόνηση πάει ο φουκαράς

«Ήταν ένα απίστευτο καλοκαίρι αμφισβήτησης από τον κόσμο και θα σας πω ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο. Κάθε μέρα με τη βέσπα ενός φίλου από την Ξάνθη κατέβαινα προς το Παναθηναϊκό Στάδιο όπου με περίμενε η προπόνηση με τον βαλκανιονίκη μας και μεγάλη μορφή του στίβου τον Νίκο Γεωργόπουλο.

Η μόνη διαδρομή που είχα μάθει ήταν μέσω πλατείας Κολωνακίου, όπου με έπιανε το φανάρι ακριβώς στου Παπασπύρου όπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι. Εκεί μια παρέα νεαρών, τρεις φίλοι του Παναθηναϊκού, ένας του Ολυμπιακού και ένας της ΑΕΚ, γόνοι πλούσιων οικογενειών έπιναν τον καφέ τους και έλεγαν: «Κοίτα, να ο φουκαράς ο Αντωνιάδης πάει πάλι για προπόνηση στο Καλλιμάρμαρο».

Δεν μιλούσα αλλά συνέχιζα το στίβο και το μπαλέτο, για 47 μέρες με απίστευτη κούραση και θυμάμαι πως με έπαιρνε κάθε βράδυ ο ύπνος από τις εννέα» λέει ο βετεράνος άσος του τριφυλλιού που δεν περίμενε να παίξει στην πρεμιέρα.

Inline ImageΟ Λάκης Πετρόπουλος ήταν με τους παίκτες που θα ξεκίναγαν το παιχνίδι στο περίφημο πατάρι τις παραμονές του αγώνα όπου ανέλυαν την τακτική, με τους βασικούς. Κάτω βρίσκονταν πέντε επιθετικοί που θα διεκδικούσαν μια θέση.

«Ξαφνικά με ειδοποιούν και μου λένε, ανέβα στο πατάρι, σε θέλει ο κόουτς. Ήμουν αποφασισμένος να του ζητήσω να μην παίξω, δεν είχα την κατάλληλη ψυχολογία ενώ είχα ήδη σκεφτεί να ζητήσω μετάθεση στη Ξάνθη, ως έφεδρος αξιωματικός. Τελικά πείσμωσα και είπα να μην πω κάτι εκεί. Με έβαλε στην ομάδα και έτσι έγινε ότι έγινε».

Αυτό που του έχει μείνει έντονα ;

«Εκείνη τη σεζόν, βγήκα πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα και κάποια στιγμή σε μια προπόνηση στη Λεωφόρο ήρθαν οι πέντε φίλοι από το Κολωνάκι και μου ζήτησαν σχεδόν γονατιστοί συγγνώμη, λέγοντας πως με είχαν αδικήσει.

Γίναμε οικογενειακοί φίλοι και διατηρούμε σχέσεις μέχρι και σήμερα.

Είμαι ευλογημένος που έζησαν όλες αυτές τις διακρίσεις και όλα ξεκίνησαν μέσα σε πέντε λεπτά, αυτά που σημείωσα τα δύο γκολ. Πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή.

Όπως αργότερα προς το τέλος της καριέρας μου, μια γρίπη που ταλαιπωρούσε τον Αλκέτα Παναγούλια, καθυστέρησε και τελικά δεν έγινε ποτέ τη μεταγραφή μου στον Κόσμο της Νέας Υόρκης. Θα είχα πάει αντί του Τζόρτζιο Κινάλια» καταλήγει ο Αντώνης Αντωνιάδης, αλλά αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο.