Ο Γιάννης Λαμπίρης γράφει για τον αθλητή-φαινόμενο Γιώργο Καραγκούνη ο οποίος ήθελε από μικρός να γίνει ποδοσφαιριστής αλλά που ούτε ο ίδιος φανταζόταν τη μυθική συνέχεια στο όνειρό του.

Θυμάστε μια διαφήμιση που έκανε λόγο για ένα τύπο «κολλημένο με τη μπάλα»; Σίγουρα όποιος την είχε σκεφτεί στο μυαλό του είχε έναν άλλο τύπο, για την ακρίβεια…τυπάρα, τον Γιώργο Καραγκούνη. Πιο κολλημένος με τη μπάλα δεν γίνεται !

ADVERTISING

Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τον…αστικό μύθο ο Γιώργος Καραγκούνης πρέπει να γεννήθηκε (στις 6 Μαρτίου του 1977) με μια μπάλα κολλημένη στα πόδια του.

Όταν τον ρωτούσαν μικρό τι θα γίνει, η λέξη «ποδοσφαιριστής» έπαιζε πάντα στο μυαλό του, αλλά ίσως και ο ίδιος δεν φανταζόταν τη μυθική συνέχεια.

Εκείνο το βράδυ της 29 Ιουνίου ενώ τα φώτα στην αρένα «Περναμπούκο» του Ρεσίφε στη Βραζιλία είχαν χαμηλώσει και ο χώρος είχε αδειάσει με τους Κοσταρικανούς να συνεχίζουν τους πανηγυρισμούς μακριά από το γήπεδο για τη μεγάλη πρόκριση στα προημιτελικά του Μουντιάλ, εις βάρος της εθνικής μας ομάδας στα πέναλτι.

ADVERTISING

Και όμως κάποιος σχεδόν πεισματικά αρνιόταν να αποχωρήσει. Ο Γιώργος Καραγκούνης, ο εμβληματικός αρχηγός της εθνικής μας ομάδας δεν έκανε ούτε…βήμα, κρατώντας στα χέρια του τη φανέλα του Ρουίς, από την κλασσική ανταλλαγή στο φινάλε του αγώνα.

Δεν ήταν μόνο ότι δεν μπορούσε να πιστέψει πως χάθηκε η πρόκριση με την Κόστα Ρίκα, αλλά κυρίως δεν ήθελε να αποχωρήσει από την μεγάλη του αγάπη την εθνική ομάδα.

«Ξέρετε αυτή η στιγμή είναι σαν τον ηθοποιό, που έχει δώσει μόλις την τελευταία του παράσταση και η αυλαία πέφτει, ο κόσμος αποχωρεί και αυτός σκέφτεται εκείνη τη στιγμή όλη του την καριέρα.

Ο Γιώργος είχε ένα απίστευτο δέσιμο με την εθνική ομάδα και το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία» είχε δώσει τότε στο Sport24.gr τη δική του ερμηνεία o κολλητός του Γιάννης Γκούμας, με τον οποίο είχαν ξεκινήσει μαζί αυτό το ωραίο ταξίδι, από την εφηβική ομάδα του Παναθηναϊκού αλλά και τις μικρές εθνικές περνώντας από όλα τα στάδια.

Στα πόδια του Καραγκούνη –κανονικά- θα κρεμόταν όλη η Ελλάδα, καθώς ο Φερνάντο Σάντος τον είχε επιλέξει να χτυπήσει το 5ο και τελευταίο πέναλτι.

Τι και αν είχε τρέξει πάνω από 13 χιλιόμετρα; Τι και αν είχε παίξει 120 λεπτά γεμάτα ένταση και πάθος και με τρέξιμο σε όλο το γήπεδο; Ο αρχηγός δεν ήθελε με τίποτε να τερματίσει την καριέρα του με τη γαλανόλευκη στα 139 παιχνίδια.

Το έδειχνε σε κάθε στιγμή και όσοι πίστευαν ότι η κούραση θα τον προδώσει στα 37 του χρόνια διαψεύστηκαν.

Δεν είναι τυχαίο ότι είχε αποφασίσει (σε άμεση συνεννόηση με τον Φερνάντο Σάντος και τον συνεργάτη του Λεωνίδα Βόκολο) να χτυπήσει και πέναλτι και μάλιστα ο κόουτς τον διάλεξε για το τελευταίο της πρώτης πεντάδας.

Είναι λογικό από το μυαλό του να πέρασε ενδεχομένως στιγμιαία η ονειρική σκέψη πως από τα πόδια του η εθνική θα μπορούσε να φτάσει στις οκτώ καλύτερες ομάδες του κόσμου, αντιμέτωπη με τη μεγάλη Ολλανδία του Λουίς Φαν Γκάλ ο οποίος μάλιστα λίγη ώρα νωρίτερα είχε εκφράσει τον απεριόριστο σεβασμό του στην Ελλάδα, θεωρώντας την ως πιθανή αντίπαλό του.

Και όμως η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε ο Καραγκούνης να μην προλάβει καν να εκτελέσει πέναλτι, μένοντας με την πίκρα ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να δοκιμάσει ένα σουτ, στο δρόμο προς την αιωνιότητα.

Το γεγονός ότι δεν ήθελε να φύγει από το γήπεδο, επαναλαμβάνουμε ότι είχε να κάνει με την τρέλα του αφ ενός με το ποδόσφαιρο και αφετέρου με την ακόμα μεγαλύτερη τρέλα του με την εθνική ομάδα, την οποία υπηρέτησε από πιτσιρίκι με θρησκευτική ευλάβεια σε όλες τις ηλικιακές βαθμίδες.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που η απόφασή του να κρεμάσει τα παπούτσια του, αυτό το φθινόπωρο, είχε να κάνει και πάλι με την αγαπημένη του εθνική και τη νέα σχέση που θα δημιουργήσει πλέον μαζί της, μέσω του πόστου που του προσφέρει η ελληνική ποδοσφαιρική ομοσπονδία και θα αποσαφηνιστεί πλήρως ποιο θα είναι μετά τη συνάντησή του με τον Ιταλό ομοσπονδιακό τεχνικό Κλαούντιο Ρανιέρι.

Φεύγοντας από τον Πύργο και την ομάδα του τον Αμπελώνα για τις ακαδημίες του Παναθηναϊκού ήταν όνειρο ζωής και όταν το «μάτι» του Χουάν Ραμόν Ρότσα τον «τσάκωσε» (σε συνεργασία με τον μεγάλο Λάκη Πετρόπουλο που τότε ήταν προπονητής στις ακαδημίες του τριφυλλιού) το κουβάρι είχε αρχίσει να ξετυλίγεται.

Το γεγονός ότι η μητέρα του η κα Ξένια, δούλευε στην Παιανία αποτέλεσε βούτυρο στο ψωμί του Γιώργου για να ξημεροβραδιάζεται στα γήπεδα των εγκαταστάσεων. Με την εθνική νέων είχε κάνει ήδη την πρώτη του μεγάλη διάκριση φτάνοντας μέχρι τον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, αλλά στην Ελλάδα εθεωρείτο ακόμα «μικρός» και γι’ αυτό και πήγε δανεικός στον Απόλλωνα.

Έκανε δύο εξαιρετικές χρονιές και επέστρεψε στον Παναθηναϊκό με το σπαθί του όπου έπαιξε για χρόνια για την τρέλα του, έχοντας ίσως το πιο χαμηλό συμβόλαιο (Περί τα 3000 ευρώ ή κοντά στο 1.000.000 δραχμές τότε!).

Στις 8 Νοεμβρίου του 1998 έκανε το ντεμπούτο του στο επαγγελματικό πρωτάθλημα με τον Παναθηναϊκό σε ηλικία 21 ετών και από τότε έδειξε τα ηγετικά του προσόντα, ενώ αργότερα όταν τραυματίστηκε ο Γερμανός Πφλίπσεν έγινε βασικός (επί θητείας του συγχωρεμένου Γιάννη Κυράστα στον πάγκο) και σχεδόν δεν ξαναβγήκε από την ενδεκάδα. Οι εμφανίσεις του σε Ελλάδα και (ειδικά) Ευρώπη δεν θα μπορούσαν να αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο και οι προτάσεις δεν άργησαν να έρθουν.

Ήταν μέλος της χρυσής γενιάς του Παναθηναϊκού που σκόρπισε (με ευθύνη τότε του Γιάννη Βαρδινογιάννη) μετά το χαμένο πρωτάθλημα του 2003 στη Ριζούπολη.

Όμως ο «Κάρα» δεν έχασε. Έκανε την πρώτη μεγάλη μεταγραφή στην Ιντερ όπου και εκεί πάλευε κάθε στιγμή για να πάρει θέση στην ενδεκάδα, όσο και αν ήταν δύσκολο. Έχοντας μεσολαβήσει ο θρίαμβος στο Euro 2004, o “Τυπάρας» επέστρεψε στον τόπο του εγκλήματος και στη Λισαβόνα για την Μπενφίκα (2005).

Η επιστροφή του στον αγαπημένο του Παναθηναϊκό (2007) έρχεται στην πιο ώριμη ποδοσφαιρική του ηλικία, αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν σε μια εποχή εσωστρέφειας και «εμφυλίου» στην ομάδα μεταξύ των φίλων της και της διοίκησης.

Παρά τις δυσκολίες στέφεται πρωταθλητής (και μάλιστα νταμπλούχος) το 2010 με το τριφύλλι από το οποίο ξαναφεύγει το 2012 κάνοντας το άλμα στην Πρέμιερ Λίγκ και στη Φούλαμ στα 35 του χρόνια. Βλέπετε το μεγάλο όνειρο να παίξει με την εθνική στο Μουντιάλ της Βραζιλίας, ήταν ένας στόχος ζωής.

Δάκρυσε όταν η εθνική τα κατάφερε και πήρε την πρόκριση για το Μουντιάλ στον επαναληπτικό της Ρουμανίας και δήλωσε περήφανος που έκανε πράξη την υπόσχεση που είχε δώσει στον γιό του Νάσο.

Η εθνική ήταν πάντα ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο και όσο και αν ο Γιώργος Καραγκούνης ονειρευόταν και ήθελε να κλείσει την καριέρα του στον αγαπημένο του Παναθηναϊκό (το καλοκαίρι λίγο έλειψε να συμβεί και αυτό και να επιστρέψει και πάλι), η μοίρα το έφερε το τελευταίο του παιχνίδι να είναι το 139 με την εθνική ομάδα κόντρα στην Κόστα Ρίκα.

Πόσο μακρινό δείχνει από εκείνο το φιλικό με τον Ελ Σαλβαδόρ το 1999 που ήταν η παρθενική του με την εθνική. Στην πρεμιέρα του Οτο Ρεχάγκελ στον πάγκο, είχε σκοράρει το μοναδικό γκολ της εθνικής στο εξευτελιστικό 5-1 από τη Φινλανδία για τα προκριματικά του Μουντιάλ του 2002.

Δεν πήγαμε, αλλά από τότε όχι απλά δεν ξαναχάσαμε διοργάνωση (με εξαίρεση το Μουντιάλ του 2006) αλλά συνήθως κάναμε και μεγάλες πορείες με αποκορύφωμα το έπος της Πορτογαλίας, εκεί που το πάθος του Γιώργου του στέρησε τον τελικό (είχε δεχτεί κίτρινη κάρτα και στα τέσσερα παιχνίδια που είχε παίξει).

«Όταν τον είδα να μην θέλει να φύγει από το γήπεδο, ειλικρινά συγκινήθηκα και θυμήθηκα και τη δική μου αποχώρηση καταλαβαίνοντάς τον απόλυτα. Δεν είναι εύκολο και ιδιαίτερα για έναν άνθρωπο όπως ο Καραγκούνης ο οποίος έχει τρέλα με την εθνική» συνεχίζει ο καλός του φίλος που ήταν συμπαίκτες από την πρώτη σχεδόν στιγμή και στον πρώτο μεγάλο τελικό εκείνο των Ελπίδων στο Βουκουρέστι στο μακρινό 1998.

«Ακόμα και τότε ήταν αρχηγός και είχε από τότε ηγετικές τάσεις. Όμως τις συνδύαζε με το απαράμιλλο ήθος του και ήταν ο ιδανικός αρχηγός» είχε πει τότε στο Sport24.gr ο συμπαίκτης του – και σε αυτή την ομάδα- Γιάννης Γκούμας.

Στο τελευταίο του παιχνίδι o Γιώργος Καραγκούνης έτρεξε 13,619 μέτρα, τα περισσότερα από κάθε άλλον συμπαίκτη του και αυτό σε 120 λεπτά, χωρίς να σταματήσει δευτερόλεπτο ενώ ήταν έτοιμος να εκτελέσει και πέναλτι!

Στις δηλώσεις του η πίκρα ήταν φανερή, αλλά δεν έκρυψε και την μεγάλη αλήθεια: «Σε αυτή τη διοργάνωση η εθνική ομάδα μεγάλωσε. Θέλαμε να δώσουμε μια ακόμα χαρά, αλλά δεν τα καταφέραμε. Τα έχει αυτά το ποδόσφαιρο».

Στα αποδυτήρια του γηπέδου του Ρεσίφε γνώρισε την αποθέωση από τους συμπαίκτες του ενώ αργότερα στο τελευταίο (ως παίκτης της εθνικής) γεύμα με την ομάδα στο ξενοδοχείο ευχαρίστησε τους συμπαίκτες του για όλα αυτά που μοιράστηκαν και έζησαν αυτά τα χρόνια.

Μοναδική – δυστυχώς – παραφωνία η απουσία του Φερνάντο Σάντος ο οποίος λατρεύει τον «Κάρα». Βιάστηκε να προλάβει απ’ ευθείας πτήση για τη Λισαβόνα λες και αν έφευγε το άλλο πρωί θα χάλαγε η συνταγή. Εδώ παρά ένα πέναλτι και θα έμενε άλλη μια εβδομάδα στη Βραζιλία…

Μέσα στον αγώνα ο «Κάρα» πολλές φορές δεν σκέφτεται την επόμενη μέρα από την λαχτάρα του να βγει πρώτος στη μπάλα με πιο τρανό παράδειγμα τον τελικό που έχασε στο Euro της Πορτογαλίας το 2004, λόγω της κάρτας που πήρε στον συγκλονιστικό ημιτελικό με την Τσεχία.

Όσοι ήταν δίπλα του στον πάγκο στον τελικό, τον θυμούνται ως θηρίο στο κλουβί και δεν είναι τυχαίο καθώς ζούσε το παιχνίδι με πολύ μεγαλύτερη ένταση λόγω του ότι δεν μπορούσε να βοηθήσει.

Για αυτό ίσως ήταν από τους πρώτους που έτρεξε να τραγουδήσει το: «Σήκωσέ το, το γαμημένο, δεν μπορώ να περιμένω».

Από αυτόν είχαν ξεκινήσει όλα σε εκείνο το Euro καθώς με δικό του γκολ, με το σουτ στις αρχές του αγώνα, είχε ανοίξει το σκορ στον αγώνα με την Πορτογαλία και το λογαριασμό των γκολ για την εθνική.

«Αρχηγός από τα γεννοφάσκια του» είναι ο τίτλος που του δίνουν όσοι τον έχουν γνωρίσει καλά. Βγαίνει μπροστά στα δύσκολα και είχε και σημαντικό (πυροσβεστικό) ρόλο και στο επεισόδιο – επί βραζιλιάνικου εδάφους- μεταξύ Μανιάτη και Τζαβέλα.

Πολλοί στην ομάδα τον ήθελαν στο τιμ της εθνικής, αλλά όταν του έκανε αμέσως μετά το Μουντιάλ, την πρόταση ο πρόεδρος της ΕΠΟ Γιώργος Σαρρής, ο Καραγκούνης γούρλωσε τα μάτια του και του είπε: «Μα πρόεδρε εγώ θέλω να παίξω ακόμα ποδόσφαιρο». Τώρα όμως το σκέφτηκε καλύτερα και είναι προ των πυλών της αγαπημένης του εθνικής.

Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τον εαυτό του ευλογημένο και δεν έχει άδικο αφού έχει ζήσει σχεδόν τα πάντα (του ξέφυγε η… κατάκτηση ενός Παγκοσμίου κυπέλλου).

Από τρίτος στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα παίδων στη Νάουσα και την Κατερίνη έφτασε στο ασημένιο μετάλλιο στον τελικό των Ελπίδων το 1998 και στο έπος του Euro 2004 με τους άντρες.

Στους Παίδες, ο Καραγκούνης είχε βασικά όλο το κομμάτι της δημιουργίας, αλλά όσο ωρίμαζε πρόσθετε στο παιχνίδι του και άλλα στοιχεία όπως την αμυντική λειτουργία και το τρομερό πρέσινγκ, καθώς και το τρέξιμο σε κάθε άκρη του γηπέδου, κυνηγώντας ο ίδιος τη μπάλα και όχι περιμένοντας να έρθει στα πόδια του.

Δεν είναι τυχαίο ότι τον λάτρεψαν όλοι οι προπονητές του Έλληνες και ξένοι, καθώς και οι συμπαίκτες του, με τους οποίους επικοινωνούσε ακόμα και όταν δεν είχαν κληθεί (!) για να τους εμψυχώσει και να τους πει ότι την επόμενη φορά ίσως να είναι η σειρά τους.

Στο Euro του 2012 η εθνική είχε ακούσει πάλι τα…σχολιανά της μετά τις δύο πρώτες εμφανίσεις όταν βρέθηκε στον τρίτο αγώνα του ομίλου κόντρα στη Ρωσία σε ματς χωρίς αύριο όπου χρειαζόταν μόνο τη νίκη.

Είχαν μάθει το αποτέλεσμα που ήθελαν στο αεροπλάνο και ενώ ετοιμάζονταν να «πετάξουν» προς τη βάση τους. Η ήττα μας από την Τσεχία μας είχε στριμώξει στα σκοινιά, όταν ήρθε η είδηση για την ισοπαλία της Ρωσίας με την Πολωνία, πράγμα που μας κρατούσε ζωντανούς στο παιχνίδι της πρόκρισης.

Σχεδόν όλοι οι παίκτες συνοφρυώθηκαν γιατί ήξεραν τη δυσκολία του να νικήσεις μια ομάδα σαν τη Ρωσία, αλλά την ίδια ώρα το πρόσωπο του Γιώργου Καραγκούνη έλαμψε.

«Αυτό θέλαμε, να έχουμε την τύχη στα χέρια μας. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην προκριθούμε» είπε στους συμπαίκτες του και λίγες μέρες αργότερα το έκανε πράξη στο γήπεδο παίρνοντας την ομάδα από το χέρι και οδηγώντας την στα προημιτελικά με ένα προσωπικό γκολ, που άφησε «ξερούς» τους Ρώσους (1-0).

Στη Βραζιλία έδωσε το τελευταίο του ρεσιτάλ με την Κόστα Ρίκα, παίζοντας 120 λεπτά με αυταπάρνηση, αλλά η μπάλα δεν του έκανε το χατίρι, χωρίς όμως αυτό να χαλάσει το χειροκρότημα του κόσμου και –κυρίως – των συμπαικτών του στα αποδυτήρια.

Θυμηθείτε στο πολύ όμορφο βίντειο της ΕΠΟ τη πρώτη συνέντευξη που παραχώρησε ο Γιώργος Καραγκούνης μετά το τέλος της καριέρας του με την εθνική ομάδα στους συμπαίκτες του στο αεροπλάνο της επιστροφής!

Να είσαι καλά ρε Γιώργαρε, και πλέον θα σε βλέπουμε με τα πολιτικά στον πάγκο της εθνικής, όσο και αν είναι δύσκολο. Άλλωστε πιο δύσκολο θα είναι μάλλον για σένα και αν έρθει καμιά μπαλιά προς το μέρος σου, είναι βέβαιο πως θα δώσεις μια ακόμα ασίστ.

Η "ανάκριση" του Γιώργου Καραγκούνη από τους Έλληνες διεθνείς