Ο Μάνος Μίχαλος γράφει για τον Βασίλη Σπανούλη που δεν μπορεί να κερδίσει, ούτε καν να αποδώσει απέναντι στον Παναθηναϊκό και υπογραμμίζει ότι το πώς θα διαχειριστεί ο Ολυμπιακός την υπόθεση, θα δείξει αν μπορεί να έχει παίκτες όπως ο Κιλ Μπιλ ή “Μαρκίλ” και άγιος ο Θεός.

Καλοκαίρι του 2004, κάπου στη μέση του Ατλαντικού της λεωφόρου Καβάλας, στα τότε γραφεία των ανθρώπων που στη συνέχεια δημιούργησαν το Sport24.gr, προσπαθώ να βρω άκρη με το ρεπορτάζ του μπασκετικού Ολυμπιακού. Είναι το καλοκαίρι, όπου παράλληλα με του λόγου μου, τα πρώτα βήματα στα δρώμενα των ερυθρολεύκων κάνουν και ο Παναγιώτης με τον Γιώργο Αγγελόπουλο, δύο τύποι που δεν είχα ακούσει σχεδόν καθόλου ως τότε ή τέλος πάντων δεν ήξερα ποιοι ήταν και τι γύρευαν σε μια διαλυμένη διοικητικά και σε επίπεδο brand ομάδα.

ADVERTISING

Τότε, άλλωστε, δέκα χρόνια πριν “Αγγελόπουλος” ήταν ένα όνομα που στην Ελλάδα είχαμε συνδέσει μόνο και αυστηρά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Τώρα, δέκα χρόνια μετά, έχουμε ξεχάσει/διαγράψει αυτή τη σύνδεση, αφού η Γιάννα Αγγελοπούλου αποσύρθηκε από τα φώτα της δημοσιότητας και της επικαιρότητας, ενώ τα δύο αδέλφια και γιοι του Κωνσταντίνου Αγγελόπουλου έχουν γίνει ένα με το μπάσκετ του Ολυμπιακού και το ελληνικό μπάσκετ γενικότερα. Το αν κατάφεραν, στα δέκα αυτά χρόνια, όσα ήθελαν ή όχι είναι ένα θέμα προς ανάλυση που δεν είναι της παρούσης. Θα έχουμε μέσα στο καλοκαίρι ευκαιρία να τα πούμε και αυτά, έχοντας την αφορμή της 10χρονης επετείου τους στο τιμόνι της ΚΑΕ Ολυμπιακός.

Όμως, όλη αυτή η εξιστόρηση μιας ατμόσφαιρας και ενός περιβάλλοντος που μπορεί να μην λέειο σε πολλούς κάτι σημαντικό, στη δική μου λογική (σωστή ή όχι), είναι μια εξαιρετική σκανδάλη για να πυροδοτήσει τις σκέψεις γύρω από το θέμα που προέκυψε το βράδυ του 5ου τελικού με τη στάση/θέση/τοποθέτηση του Βασιλή Σπανούλη. Ναι, ο Βασίλης Σπανούλης, ένας από τους καλύτερους Έλληνες παίκτες που έβγαλε ποτέ το ελληνικό μπάσκετ, ο κορυφαίος γκαρντ της τελευταίας τριετίας στην Ευρώπη, βασικότατο στέλεχος της Εθνικής ομάδας, παίκτης που θα ήθελαν όλες οι ομάδες της Ευρωλίγκας, έχει σχέση με το 2004 και την έναρξη της προσπάθειας του Ολυμπιακού να βγει από την αφάνεια στην οποία βρισκόταν για αρκετά χρόνια, σε ελληνικό και διεθνή μπασκετικό χάρτη.

Γιατί, εκείνο το καλοκαίρι ο Ολυμπιακός είχε σπάσει τα ταμεία και τα box offices, είχε ξεσκίσει τα ratings και τα rankings, με τον Μαρκί Πέρι. Έναν πολύ συμπαθή και φιλότιμο Αμερικανό γκαρντ. Ο Μαρκί Πέρι λοιπόν, ήταν για τον Ολυμπιακό της ανυποληψίας μια μεταγραφή, μια κίνηση που έδειχνε ξεκάθαρα το τότε μέγεθος της ομάδας, το πού βρισκόταν και το πού ήθελε να φτάσει. Μια ομάδα που πριν ο Σωκράτης Κόκκαλης αποφασίσει να την αφήσει στα κρύα των λουτρών των αποδυτηρίων του ΣΕΦ, είχε να επιδείξει μεταγραφές μεγάλων ονομάτων, παίκτες σύμβολα του ελληνικού μπάσκετ, τίτλους, επιτυχίες και κατακτήσεις. Όμως, το 2004, ο Ολυμπιακός είχε τον Μαρκί Πέρι, τον οποίο προσωπικά υπεραγαπώ, καθώς στο ρεπορτάζ εκείνων των ημερών, είχα για πρώτη φορά μιλήσει (πιτσιρικάς καθώς ήμουν) με μάνατζερ και είχα “βγάλει είδηση”. Με θυμάμαι, καμαρωτό, να λέω στον εαυτό μου “εντάξει, είσαι δυνατός, μίλησες με τον μάνατζερ του Μαρκί Πέρι”.

ADVERTISING

Τι μαλακίες έλεγα, Θεέ μου. Δέκα χρόνια μετά, ο Ολυμπιακός έχει τον Βασίλη Σπανούλη, δύο Ευρωλίγκες τις οποίες έχει σηκώσει ο ίδιος ως αρχηγός της ομάδας, τον πήρε από τον Παναθηναϊκό (πριν δέκα χρόνια παίκτες του Παναθηναϊκού γελούσαν σε προτάσεις της ερυθρόλευκης ΚΑΕ - και καλά έκαναν), την πρώτη χρονιά δεν πήρε τίποτα, αλλά τις δύο επόμενες πήρε σχεδόν τα πάντα. Φίλος μου, πολύ, έγραψε χθες στο twitter ότι σε 4 χρόνια ο Ολυμπιακός με τον Σπανούλη έχει πάρει 4 τρόπαια και για 12 είχε πάρει 2 χωρίς αυτόν. Προφανώς και δεν τα πήρε ο Σπανούλης, ούτε μόνο αυτός έχει μερίδιο στις επιτυχίες του Ολυμπιακού. Δεν είμαι Σπανουλικός για να πω κάτι τέτοιο. Δεν τον είχα ποτέ κορνίζα στο προσκεφάλι μου, ούτε φίλο, ούτε πηγή, ούτε με ενδιέφερε ως Μάνο τι κάνει, πού πάει, πού βγαίνει, πώς περνάει με την Ολυμπία στο σπίτι του. Τον έβλεπα ως παίκτη, μικροί και οι δύο, τον έβλεπα και μιλούσαμε όταν ήταν στο ΝΒΑ και τον παρακολουθώ σε Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό από τη θέση του δημοσιογράφου που βρίσκομαι και στη θέση του (μεγάλου) παίκτη που είναι.

Είναι γεγονός, ότι οι μεγάλοι παίκτες δεν τα έχουν όλα εύκολα. Σίγουρα, τα εκατομμύρια στην τράπεζα κάνουν πιο εύκολη τη ζωή και την καθημερινότητα, διασφαλίζουν το μέλλον των παιδιών τους, αλλά δεν έρχονται μόνα τους. Φέρνουν ευθύνες, φέρνουν κατάρες, φέρνουν μπινελίκια, φέρνουν αφορισμούς, φέρνουν κατηγορίες και παραλογισμούς. Βέβαια, όλα τα παραπάνω, για κάποιο λόγο στον Ολυμπιακό συμβαίνουν πιο έντονα. Μπορεί να είναι το DNA της ομάδας, τα χρόνια που η ομάδα βρισκόταν διαρκώς πίσω σε όλα, τα σύνδρομα κατωτερότητας ή τα σύνδρομα της Στοκχόλμης. Δεν έχω ιδέα. Είναι ένα δεδομένο ωστόσο, ότι ο Σπανούλης που φορώντας τη φανέλα του Ολυμπιακού, άλλαξε μαζί με τον Ίβκοβιτς, τον Μπαρτζώκα, τους συμπαίκτες του και φυσικά τους Αγγελόπουλους, το perception και τη λάμψη αυτής της ομάδας, είναι ένας άχρηστος, ανίκανος, που κάτω από τα παντελόνια του δεν έχει τίποτα βαρύ. Ναι, αυτά ακούει ο συγκεκριμένος παίκτης.

Είναι αλήθεια; Σόρι, άλλα άχρηστο, ανίκανο και κότα δεν μπορώ να τον αναφέρω ποτέ. Μπορώ να πω ότι δυσκολεύεται να βάλει το δικό του σύστημα μπασκετικής φιλοσοφίας κάτω από αυτό της ομάδας, μπορώ να πω ότι θέλει την προσοχή και την αντιμετώπιση εντός μεγάλου παίκτη (και ενίοτε ενός μικρού παιδιού όπως σε ένα βαθμό είναι κάθε μεγάλος παίκτης), μπορώ να προσυγράψω ξανά και ξανά, καθώς δεν είναι τωρινό φαινόμενο, ότι όταν παίζει ο Ολυμπιακός με τον Παναθηναϊκό προσφέρει τα ελάχιστα από αυτά που πραγματικά μπορεί και είναι ξεκάθαρο ότι έχει πλέον ένα ψυχολογικό ζήτημα απέναντι στην παλιά του ομάδα. Δεν είναι πρωτόγνωρο, δεν είναι πρωτοφανές, το έχουμε δει και σε άλλους αθλητές και σε άλλα αθλήματα να συμβαίνει. Κάποτε ο Λουίς Φίγκο έφυγε από την Μπαρτσελόνα και τελικά τον ξέχασε το ποδόσφαιρο. Σόρι, αλλά το μπάσκετ δεν έχει ξεχάσει τον Σπανούλη όσο και αν δεν μπορεί να τα βρει με την πάρτη του για να παίξει ένα σοβαρό ματς απέναντι στον Παναθηναϊκό.

Δεν γνωρίζω τι θέλει να κάνει ή να πετύχει με τα όσα άφησε να εννοηθούν το βράδυ της Τετάρτης, αλλά εκτός του ότι δεν άκουσα να λέει δημοσίως “φεύγω”, τα εν βρασμώ ψυχής έχω μάθει να τα αφήνω να πέφτουν κάτω, καθώς είμαι μετρ στο να λέω πράγματα που μετανιώνω πάνω στην τρέλα μου. Η παραμονή του Σπανούλη στον Ολυμπιακό είναι ξεκάθαρα δικό του θέμα, αν θέλει να μείνει, πώς θέλει να μείνει με ποιούς θέλει να μείνει. Μετά είναι της διοίκησης του Ολυμπιακού που πάνω στα 10 χρόνια της, έχουν το πιο δύσκολο από όλα τα καλοκαίρια μπροστά τους, καθώς καλούνται να μη γκρεμίσουν ότι έχτισαν τα τελευταία 3. Όμως, επειδή το διοικητικό είπαμε χωράει πολλή κουβέντα, ας το αφήσουμε για άλλη μέρα. Επιστροφή στον Σπανούλη, που καλώς ή κακώς, τράβηξε τα φώτα πάνω του, κάτι που θέλει, κάτι που έχει συνηθίσει να πετυχαίνει είτε για καλό είτε για κακό (είναι αυτό που λέγαμε για τους μεγάλους παίκτες και τα όσα κουβαλούν στην καριέρα τους). Ο Σπανούλης λοιπόν έχει ξεκάθαρα ξενερώσει. Το να λέμε θεωρίες, αναλύσεις, να βγάλουμε χαρτιά και πίνακες για να δείξουμε πώς και γιατί είναι ανώφελο. Από τη στιγμή που πέρυσι σκέφτηκε να φύγει, σημαίνει ότι και φέτος θα ήταν με το μυαλό μπερδεμένο και σε αναμονή να δει πώς θα πάει η χρονιά. Αν σκεφτείς μια φορά να φύγεις από τη γυναίκα σου, από τη δουλειά σου, από το σπίτι σου, μπορεί να μην το κάνεις ποτέ, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν θα σου ξαναέρθει η σκέψη, ειδικά όταν βλέπεις πως η ομάδα που έχεις δίπλα σου είναι κατώτερη από αυτή που ανέβηκες δύο φορές στην κορυφή της Ευρώπης, όταν βλέπεις τα μπάτζετ να μειώνονται και λεφτά για καλές μεταγραφές να μη δίνονται και κινδυνεύεις να εκτεθείς πρώτα εσύ, που είσαι ένας franchise παίκτης.

Το αν τον ενοχλεί περισσότερο, η αμφισβήτηση, οι εκτός λογικής κατακραυγές, το μπάσκετ που παίζει ο Ολυμπιακός, τα χρήματα, η ζωή στην Ελλάδα, είτε η ΚΕΔ, δεν το ξέρει κανείς παρά μόνο ο ίδιος. Φαντάζομαι, αν φτάσει η ώρα να φύγει, θα πει και τους λόγους, γιατί έτσι οφείλουν να κάνουν οι μεγάλοι παίκτες και οι μεγάλοι άντρες. Ακόμη και ο ΛεΜπρον Τζέιμς, που ποτέ δεν θα βάλω σαν τον Τριαντάφυλλο πάνω από άλλους, όταν αποφάσισε να φύγει από το Κλίβελαντ, έκατσε σε μια καρέκλα και είπε ό,τι είχε να πει, σωστά ή λάθος δεν έχει σημασία. Ήταν μια Decision και έδωσε εξηγήσεις (και εν τέλει απαντήσεις) για αυτήν. Όμως, εδώ υπάρχει κάτι σημαντικότερο και να έχει να κάνει με το κατά πόσο η ομάδα μπάσκετ του Ολυμπιακού, δέκα χρόνια μετά την αφάνεια της, έχει δικαιώμα και τρόπο να κρατάει και να διαχειρίζεται παίκτες σαν τον Σπανούλη. Είτε αυτό αφορά τους παράγοντες και τους προπονητές, είτε τον κόσμο.

Το περυσινό #SpanouliMeine ήταν ένα ιντερνετικό πραξικόπημα, άνευ προηγούμενο για να μείνει ένας παίκτης στον Ολυμπιακό. Ο Σπανούλης το μέτρησε, το κράτησε, έμεινε. Τώρα, μετράει τις επιθέσεις προς το πρόσωπο του, την αχαριστία προς την προσφορά του και παρότι και ο ίδιος έχει άδικο σε αρκετά σημεία (καθώς φέτος αγωνιστικά ήταν πολύ κατώτερος του αναμενομένου σε σημαντικά παιχνίδια μάλιστα), έχει ένα δικαίωμα και μια κατάκτηση συγχρόνως. Όταν ο Ολυμπιακός πριν τέσσερα χρόνια του είπε “έλα” ο Σπανούλης χρυσώθηκε, πήρε λεφτά με το τσουβάλι, αλλά δέχθηκε να βοηθήσει τον Ολυμπιακό να ξεκολλήσει από το μυαλό του. Τώρα, ο ίδιος ζητάει με τον τρόπο του, να του ξεκολλήσει ο κόσμος το δικό του. Να τον βοηθήσει, όπως εκείνος βοήθησε. Χωρίς φυσικά να γίνει με το ζόρι ή επειδή απλά τον λένε Σπανούλη. Αντικειμενικά και ψύχραιμα, κρίνοντας το παρόν, βλέποντας το μέλλον, αλλά έχοντας στο μυαλό το παρελθόν. Διαφορετικά, αν ο Σπανούλης δεν κάνει για τον Ολυμπιακό, ο Μάρκι Πέρι κάπου θα παίζει ακόμη.