Ο Μάνος Μίχαλος γράφει για τον Φώτη Κατσικάρη και την ΟΜΑΔΑ του, που έχει τους πραγματικούς αγώνες μπροστά της και για την ουσία που πρέπει επιτέλους να αφήσουν να δούμε, όσοι ασχολούνται με τις αποφάσεις και τις εντυπώσεις γύρω από την Εθνική Ελλάδας.

Στα δικά μου μάτια η θέση του προπονητή της Εθνικής ομάδας, τα τελευταία 10 χρόνια, ήταν πάντα θέση εντυπώσεων. Και για αυτόν που την είχε αλλά κυρίως για εκείνους που την έδιναν.

ADVERTISING

Ακόμη και όταν προπονητές παρουσιάζονταν με όρεξη για να πιάσουν δουλειά και να αφήσουν ένα έργο πίσω τους, ένας πρόωρος ή απρόσμενος αποκλεισμός από την εκάστοτε διοργάνωση, ήταν αρκετός για να τους στείλει πίσω από εκεί που ήρθαν, βάζοντας απλώς το όνομα τους στη λίστα με τους ομοσπονδιακούς προπονητές που ειδικότερα τα τελευταία χρόνια μεγαλώνει με ταχύ ρυθμό.

Πόσους έχεις πραγματικά συνδέσει στο μυαλό σου με την Εθνική ομάδα; Τον Γιαννάκη σίγουρα, λόγω των επιτυχιών του 2005 και της γενικότερης σχέσης του με την επίσημη αγαπημένη, αλλά από αυτόν και πέρα οι σχετικοί και άσχετοι που ασχολούμαστε με την Εθνική έχουμε μια καταναλωτική μανία απέναντι στους προπονητές. Πέρασαν και έφυγαν λες η Εθνική ήταν απλώς μια παρένθεση στο βιογραφικό τους, που θα αναφέρεται στα αφιερώματα που θα γίνουν για εκείνους, όταν θα βρεθούν σε μια καλή στιγμή της καριέρας του με έναν σύλλογο.

Ο Φώτης Κατσικάρης δεν μου φαίνεται αντίστοιχη περίπτωση ή για να το θέσω καλύτερα δεν θα πρέπει να αποδειχθεί μια τέτοια περίπτωση. Το πώς βλέπει ο ίδιος τη θητεία του στην Εθνική ομάδα δεν το γνωρίζω, ούτε και μπορώ να προβλέψω τι θα γίνει σε περίπτωση αποτυχίας από τα μεγάλα κεφάλια της ελληνικής ομοσπονδίας που δεν το έχουν σε τίποτα να του δείξουν την πόρτα της εξόδου.

ADVERTISING

Είπαμε, η συγκεκριμένη θέση συγκατοικεί στο ίδιο σπίτι με τις εντυπώσεις που θέλει να αφήνει ο καθένας από το πόστο του. Είναι ωραίο να νομίζεις ότι κρατάς τα σκήπτρα του μπάσκετ μιας χώρας και κουνάς τα πιόνια όποτε και όπως θες. Η πορεία της Εθνικής σε αυτά τα 5 παιχνίδια στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας, αποτελούν στοιχεία και δείγματα (τίποτα περισσότερο, θεωρώ) των ικανοτήτων και της εμπειρίας που έχει αποκτήσει ο Κατσικάρης όλα αυτά τα χρόνια μακριά από την Ελλάδα που αν δεν τρώει τα παιδιά της, σίγουρα τα πετάει στην αρένα με τα θηρία και από πάνω εμείς φωνάζουμε και ζητάμε περισσότερο αίμα.

Η αντιμετώπιση του Κατσικάρη στο όλο project της Εθνικής και η κουλτούρα που φαίνεται να θέλει να περάσει, ακουμπάει αρκετά και στην επιλογή του προπονητικού τιμ. Αντί για αμφιβόλου προπονητικής ποιότητας και εμπειρίας συνεργάτες, ο Κατσικάρης επέλεξε ανθρώπους που το όνομα τους δεν θα μας προκαλούσε έκπληξη αν το ακούγαμε ακόμη και για πρώτο βιολί, αφού η εκτίμηση του καθαρά μπασκετικού κοινού προς τα πρόσωπα του Σκουρτόπουλου και του Πρίφτη είναι δεδομένη.

Αυτό το προπονητικό τιμ, εν τέλει, αν αφήνει κάτι πέρα από εντυπώσεις, είναι η απόδειξη ότι οι καλοί χωράνε παντού, αρκεί να ταιριάζουν και να τα βρίσκουν μεταξύ τους και διακρίνεται ένα μάθημα ακόμη και για τους σύλλογους και το πώς στήνονται τα προπονητικά τιμ. Με ανθρώπους του αθλήματος και όχι με μερικούς από αυτούς και κάνα - δυο που θα κρατάνε τα οχυρά στη μάχη για το καλύτερο σφύριγμα, ανοίγοντας πόρτες και παράθυρα.

Ο Κατσικάρης, τον οποίο δεν έχει τύχει να γνωρίσω σε προσωπικό επίπεδο, από μακριά μου φαίνεται ένας πολύ χαλαρός τύπος, που φοράει τα μυωπικά γυαλιά του λες και είναι αυτά του Κλαρκ Κεντ και αν τα βγάλει θα μεταμορφωθεί σε Superman. Πάντα, προσπαθούσα να αντιληφθώ πού κρύβεται η υπέρ του δέοντος έντονη προσωπικότητα που έχουν οι περισσότεροι από τους προπονητές ή και αν δεν έχουν, κάνουν ότι την έχουν για να μη νιώθουν παρακατιανοί δίπλα στους αντιπάλους τους.

Παρακολουθώντας την Εθνική ομάδα, τη συγκεκριμένη Εθνική ομάδα, αρχίζω να πιστεύω ότι ο Κατσικάρης έχει βρει το μυστικό για το παραπάνω ερώτημα. Αφήνει τους παίκτες του να βγάλουν την προσωπικότητα τους, οπότε η δική του περισσεύει. Βλέποντας πώς ενέταξε σε αυτό το ρόστερ τον Γιάννη Μπουρούση και τον Νίκο Ζήση, δύο παίκτες παρεξηγημένους (ο καθένας για διαφορετικούς λόγους) αλλά με καμιά 20αρια φύλλα ενσήμων Εθνικής ομάδας, αντιλαμβάνεσαι πως ο Κατσικάρης δεν είναι ο προπονητής που λέει “δεν έχω ανάγκη από ηγέτες, προσωπικότητες και εκτός των γραμμών αρχηγούς”. Ξέρει την αγωνιστική και μη αξία του κάθε παίκτη και προσπαθεί να πάρει από τον καθένα το περισσότερο ή αν όχι το περισσότερο το καλύτερο που έχει να δώσει.

Προσωπικά, δεν βλέπω την Εθνική να έχει καταφέρει κάτι ιστορικό* ως τώρα στη διοργάνωση. Κέρδισε δύο ομάδες (Σενεγάλη, Φιλιππίνες) που έπιαναν την μπάλα από το κοτσάνι, μία ξεχασμένη από τα νιάτα ομάδα (Π. Ρίκο), την Κροατία που πάντα έχει ταλέντο και πάντα το πετάει στα σκουπίδια και την Αργεντινή που ωστόσο ήταν το μοναδικό δυνατό τεστ δυνατοτήτων της Εθνικής και λόγω του μεγέθους του αντιπάλου και λόγω της επιστροφής των Αργεντινών την τελευταία περίοδο.

*Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κερδίζει το χειροκρότημα και τον ενθουσιασμό μας, απλώς μην είμαστε πανηγυρτζήδες πριν καν αρχίσει ο χορός.

Το παιχνίδι με τη Σερβία έρχεται όπως ακριβώς πρέπει για να δούμε τι εντυπώσεις θα αφήσει η Εθνική σε αυτό τη διοργάνωση. Θα μείνει με την πορεία τρένου που έχει ως τώρα ή μπορεί να κερδίσει έναν αντίπαλο που δεν είναι στα καλύτερα του, αλλά ανάμεσα στα μετάλλια και τις κούπες αυτό που σίγουρα έχει αποδείξει, είναι η ικανότητα του να παίζει τα do or die παιχνίδια με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τους άλλους (μπασκετικούς και μη) λαούς; Μια νίκη επί της Σερβίας εκτός από το μετρήσιμο αποτέλεσμα της εισόδου στις 8 καλύτερες ομάδες του κόσμου, για μένα θα δείξει και τι θεμέλια έχει βάλει ο Κατσικάρης σε αυτήν την ομάδα, πέρα από τις δικές του βάσεις και αγωνιστικές αρχές που διέπουν το παιχνίδι της Εθνικής, ειδικότερα όταν η μπάλα πηγαίνει από τη δυνατή στην αδύνατη πλευρά με ταχύτητα και κυρίως με συνέπεια και σταθερότητα.

Η ΟΜΑΔΑ που φαίνεται να έχει διαμορφωθεί (έστω και με κάποιες συγκυριακές απουσίες κλπ. κλπ.) καλείται την Κυριακή να περάσει μηνύματα προς πάσα κατεύθυνση, σχετικά με το επίπεδο στο οποίο μπορεί να βρίσκεται, λόγω της μεγάλης κλάσης ορισμένων παικτών της όπως ο Ζήσης, ο Μπουρούσης, ο Πρίντεζης και νεότερων όπως ο Παπανικολάου, ο Αντετοκούνμπο και ο Καλάθης που έχει επιστρέψει από την άλλη μεριά του Ατλαντικού με ένα σημαντικό upgrade στο παιχνίδι του.

Είναι δεδομένο ότι αυτή η Εθνική μας έχει πείσει ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να περάσεις τα βράδια του Σεπτεμβρίου από το να την παρακολουθείς να ευχαριστιέται πραγματικά τη συμμετοχή της στη διοργάνωση, να παίζει όμορφο μπάσκετ και να εκπροσωπεί το ελληνικό μπάσκετ όπως θα το θέλαμε. Υγιές, ευχάριστο και αποτελεσματικό.

Αυτό το τελευταίο θα αρχίσει να αποδεικνύεται περισσότερο από την Κυριακή και μετά, αλλά όπως λέγαμε και στην αρχή ο Φώτης Κατσικάρης δεν φαίνεται για ομοσπονδιακός προπονητής εντυπώσεων, αλλά για coach που θέλει την ουσία και φαντάζομαι (ή ελπίζω;) να θέλει να κάνει δουλειά στην Εθνική με μακροπρόθεσμο πλάνο, με μια σταθερή ανάπτυξη της μεγαλύτερης εκπροσώπου μας, πράγματα που ποτέ δεν έχουμε ζήσει, γιατί όσοι ασχολούνται με τις εντυπώσεις (και τις αποφάσεις), προτιμούν να μένουμε σε αυτές και να τρωγόμαστε μεταξύ μας.